Κυπριακό και γεωστρατηγική

Του Τάσου Τρίκκα*

Οι «ανοικτές» -«open ended»- συνομιλίες της Γενεύης έκλεισαν. Το κλείσιμο δεν ήταν απροσδόκητο. Ούτε ήταν όμως μάταιη η αποδοχή της πρόκλησης για συμμετοχή από την πλευρά της Λευκωσίας και της Αθήνας, όπως υποστηρίζουν τώρα ορισμένοι. Η επιμονή στην αναζήτηση δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού αποτελεί απαράβατο όρο, αμετάβλητη «σταθερά» στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι συνομιλίες κατέδειξαν στη διεθνή κοινή γνώμη για ακόμη μια φορά ότι η αδιαλλαξία της Τουρκίας είναι στρατηγική επιλογή της. Αθήνα και Λευκωσία διαπραγματεύτηκαν με νηφαλιότητα και με πολιτική και διπλωματική επάρκεια, γεγονός που πρέπει να πιστωθεί στο έργο των εκπροσώπων τους.

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί την ανησυχία για τις γενικότερες εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό και τις μεταβολές που επέρχονται (ή έχουν ήδη επέλθει) στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν φαίνεται να έχουν γίνει όλες αντιληπτές, με την αρμόζουσα πληρότητα τουλάχιστον, από «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», την καθ’ ημάς Ιερουσαλήμ και τα υψηλά της δώματα φυσικά. Η άλλη πλευρά, που θεωρεί Μέκκα την Ουάσινγκτον, ασφαλώς ξέρει καλύτερα -ή είναι σε θέση να ξέρει- τι ακριβώς συμβαίνει.

Χωρίς ρητορείες, χωρίς δραματοποιήσεις που δεν ωφελούν, η ψύχραιμη ενατένιση της πραγματικότητας -της σημερινής πραγματικότητας- είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά. Και οι πυλώνες της πολιτικής της Αθήνας και της Λευκωσίας γύρω από το Κυπριακό κλονίζονται και «ξηλώνονται» ένας ένας. Η ανάγκη αναθεώρησης της στρατηγικής Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελλάδας είναι προφανής.

«Αποδείχθηκε αδύνατη η εξεύρεση λύσης στο πλαίσιο της παροχής καλών υπηρεσιών του ΟΗΕ», δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών. Ανέκαθεν η Αγκυρα ήταν εναντίον της διεθνοποίησης του Κυπριακού. Με την πάροδο του χρόνου και τη μάταιη επανάληψη κινήσεων χωρίς αποτέλεσμα, φαίνεται πάντως ότι εξαντλούνται όντως τα περιθώρια που διαθέτει ο ρόλος του ΟΗΕ. Και μόνον αυτό τροποποιεί ριζικά τους όρους της αντιμετώπισης του προβλήματος.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για τον πυλώνα των Ηνωμένων Εθνών. Αλλες σημαντικές παράμετροι, όπως η αποστρατιωτικοποίηση της Μεγαλονήσου (ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου στις 30/1/89 και 1/8/96) έχουν παραμεριστεί και δεν αναφέρονται καν.

Η ροή των εξελίξεων είναι τώρα αντίστροφη. Στη Λευκωσία εκφράζονται και σε κύκλους ελληνοκυπριακούς απόψεις που απηχούν τη νοσταλγία της παραμονής της ελληνικής μεραρχίας την περίοδο 1964-67, ενώ διατυπώνεται (ανεπισήμως) και η πρόταση της συμμετοχής στην Partnership for Peace «σε πρώτο χρόνο» – η ένταξη στο ΝΑΤΟ έπεται. Και οι αναγκαίες για την εκμετάλλευση των ανακαλυφθέντων κοιτασμάτων φυσικού αερίου διακρατικές συνεργασίες στην περιοχή εκτείνονται ευθέως και στο στρατιωτικό πεδίο, κλιμακώνοντας την ένταση.

Βασικός εταίρος της Ελλάδας στη συνεκμετάλλευση, το Ισραήλ (και στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ εφ’ όλης της ύλης) δεν κρύβει ότι το «ενδιαφέρον» για τη σχέση του με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται άμεσα με «ζητήματα ασφάλειας» – με την εξασφάλιση στρατηγικών ερεισμάτων βάθους προς Δυσμάς.

Ισραηλινός υπουργός ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι η Κύπρος θα πρέπει τώρα να επιδιώξει τη στάθμευση στα λιμάνια της και στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών του Ισραήλ και της Ελλάδας. Δεν χρειάζονται σχόλια.

Υποστηρίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από ορισμένους ότι η αιτία για το τέλμα στις εξελίξεις για το Κυπριακό πρέπει να αναζητηθεί στους «εθνικούς ανταγωνισμούς» των δύο άμεσα εμπλεκόμενων πλευρών. Ουδεμία αντίρρηση, με την προσθήκη όμως στη διαπίστωση του συνδέσμου «και».

Διότι εκτός από τους εθνικούς ανταγωνισμούς αυτής της κλίμακας υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός. Αφθονούν, στη μακρόχρονη διαδρομή του Κυπριακού, τα δείγματα του ιμπεριαλιστικού «ενδιαφέροντος», το οποίο αναθερμαίνει η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση, επί προεδρίας Τραμπ, της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν.

Στην περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης, κάθε άλλο παρά αποκλειόμενης, εναντίον του «πυρηνικού κινδύνου» που αντιπροσωπεύει για τις ΗΠΑ το Ιράν (θυμηθείτε τα «χημικά όπλα» του Σαντάμ Χουσεΐν...), «συμβαίνει» να βρίσκεται η Κύπρος στο κέντρο του επιχειρησιακού διαδρόμου προς τον στόχο. Τα σχέδια για μια παρόμοια ενέργεια των ΗΠΑ, που έχουν εκπονήσει στο Πεντάγωνο πριν από δεκαετίες, «ξεσκονίζονται» τώρα, σύμφωνα με πληροφορίες που «διαρρέουν».

Οι ισχυρισμοί ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση ανάμεσα στο κυπριακό πρόβλημα και τις εξελίξεις στο ενεργειακό στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου στερούνται σοβαρότητας. Η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου έχει αναβαθμιστεί. Και πριν από την ανακάλυψη των κοιτασμάτων ήταν έκδηλη η αγωνιώδης προσπάθεια της Τουρκίας, στο πλαίσιο της ανακατανομής ισχύος και των εν γένει ανακατατάξεων που συντελούνται στην περιοχή, να αποκτήσει έλεγχο στους διαύλους μεταφοράς (ανταγωνιστικοί αγωγοί Southstream και Eastmed).

Και η Τουρκία είναι ισχυρός «παίκτης». Ορθή είναι η απαίτηση της Αθήνας και της Λευκωσίας να αποσυρθούν οι τουρκικές δυνάμεις από τη Μεγαλόνησο, γιατί ενδεχόμενη εγκατάλειψή της θα αποτελούσε παραδοχή του «τετελεσμένου» της εισβολής και της κατοχής και, συνακόλουθα, μεταβολή του πολιτικού συσχετισμού ισχύος υπέρ της Αγκυρας.

Αλλά η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στη Μεγαλόνησο είναι σήμερα περισσότερο από άλλοτε για την Αγκυρα conditio sine qua non. Η επικέντρωση στο θέμα της διασφάλισης της αδιατάρακτης συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας (λανθάνον κεντρικό επίδικο σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση) όφειλε να αποτελέσει τον βασικό άξονα της πολιτικής της Λευκωσίας και της Αθήνας στις συνομιλίες στο Κραν Μοντανά.

Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Ελλάδος περιλαμβάνει ασφαλώς τις «ενεργειακές διασυνδέσεις» της χώρας μας με άλλα κράτη της περιοχής - τριγωνικές συναντήσεις Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, και Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος, που δεν πρέπει να διαφεύγει: η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν οι διασυνδέσεις αυτές ως «όχημα» για μια προσπάθεια προσέγγισης του Ισραήλ και των ΗΠΑ με έναν διαιρεμένο αραβικό κόσμο, στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης από την Ουάσινγκτον ανακατανομής ισχύος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Επιβάλλεται εδώ η προσεκτική στάθμιση των ελληνικών συμφερόντων.

*Δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της Αθήνας , στις 25.7.17. Οι απόψεις εκφράζουν τον συγγραφέα